ἴσας

ἴσας
ἴσᾱς , ἴσος
equal
fem acc pl
ἴσᾱς , ἴσος
equal
fem gen sg (doric aeolic)
ἴ̱σᾱς , ἴσος
equal
fem acc pl (epic)
ἴ̱σᾱς , ἴσος
equal
fem gen sg (epic doric aeolic)
ἴσᾱς , οἶδα
see
pres ind act 2nd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • ἰσάς — ἰσά̱ς , οἶδα see pres part act masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ωλένη — Μακρό οστό που βρίσκεται στο εσωτερικό μέρος του αντιβραχίονα. H κερκίδα καταλαμβάνει το εξωτερικό μέρος. Το επάνω άκρο της αρθρώνεται με το κάτω μέρος του βραχιόνιου οστού μέσω μιας ημισεληνοειδούς απόφυσης (κορωνοειδής απόφυση) και προς τα έξω… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Εκπαίδευση — Η ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ Είναι οι λόγιοι της προεπαναστατικής περιόδου (β΄ μισό 18ου αιώνα μέχρι την κήρυξη της επανάστασης) οι οποίοι, προσβλέποντας στην πνευματική αναγέννηση του Γένους, που θα έφερνε και την… …   Dictionary of Greek

  • omidă — OMÍDĂ, omizi, s.f. Larva fluturilor, dăunătoare pomilor, cu corpul alcătuit din segmente, uneori acoperit cu peri. ♢ expr. A mânca ca omizile = a mânca foarte mult. ♦ Epitet dat unui om lacom, hrăpăreţ. – Din ngr. o mídas. Trimis de ionel bufu,… …   Dicționar Român

  • ῥᾴσας — ῥᾴσᾱς , ῥαίω break aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) ῥᾴ̱σᾱς , ῥαίζω grow easier aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) ῥά̱ϊσας , ῥαίζω grow easier aor ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”